ΚΑΡΔΙΤΣΑ
Typography

Από την ερευνητική ομάδα του Εργαστηρίου Γεωγραφίας της Εργασίας

Επιμέλεια: Άννα Σαρούκου και Δημήτρης Ψαρολόγος

Στο παρόν σύντομο δελτίο εξετάζουμε τις πραγματικές επιπτώσεις στην απασχόληση στον πρωτογενή (γεωργία) και δευτερογενή (μεταποίηση) τομέα, ως προς τις εκτιμήσεις και προβλέψεις του ενημερωτικού δελτίου της ερευνητικής ομάδας μας που συντάχθηκε τον Οκτώβριο του 2023, σχετικά με τις προβλεπόμενες περιφερειακές μεταβολές της απασχόλησης και τις επιπτώσεις των κακοκαιριών Daniel και Elias στην αγορά εργασίας της Θεσσαλίας.

Η ανάλυση βασίζεται στα πιο πρόσφατα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού που δημοσίευσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), ενώ τα γραφήματα δημιουργήθηκαν με τη χρήση του Data and Graphs που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του e-ResLab Aegean. Η έκθεση ξεκινά με μια συνοπτική επισκόπηση των εξελίξεων στην απασχόληση και μια εκτενέστερη εξέταση των δύο υπό μελέτη κλάδων. Στη συνέχεια αντιπαραβάλλει τις προβλέψεις με τις πραγματικές μεταβολές που καταγράφηκαν το 2025, ενώ ολοκληρώνεται με την παρουσίαση ενδεικτικών συστάσεις πολιτικής.

Το 2025 η Θεσσαλία παρέμεινε κατά 30.000 εργαζόμενους κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα (βλ. Γράφημα 1), γεγονός που την καθιστά μία από τις περιφέρειες με τις χαμηλότερες επιδόσεις στη χώρα, μαζί με τη Δυτική Μακεδονία, παρά τα σημάδια ανάκαμψης από τη βαθιά ύφεση που ξεκίνησε το 2008/2009. Συγκεκριμένα, ανά 100 θέσεις εργασίας που υπήρχαν πριν από την κρίση, είχαν ανακτηθεί μόλις οι 90 μέχρι το 2025. Το 2023 η περιφέρεια κατείχε την 3η θέση πανελλαδικά ως προς τον αριθμό των απασχολουμένων (250.300 εργαζόμενοι), μετά την Αττική και την Κεντρική Μακεδονία, ωστόσο το 2025, είχε υποχωρήσει στην 4η θέση της κατάταξης.

Παράγοντας το 5,1% του ΑΕΠ (Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος) της Ελλάδας (11,418 δισ. ευρώ), η περιφέρεια συνέβαλλε σημαντικά στους κλάδους της γεωργίας και της μεταποίησης, όπου εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων περιφερειών της χώρας. Συγκεκριμένα, η περιφέρεια παράγει σχεδόν το 14% της συνολικής γεωργικής ΑΠΑ (Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας) και το 6,5% της βιομηχανικής ΑΠΑ της Ελλάδας.1 Τα παραπάνω αναδεικνύουν τη σημασία της Θεσσαλίας ως αγροτο-βιομηχανικού κόμβου. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού της απασχολείται στο εμπόριο και στον δημόσιο τομέα (βλ. Γράφημα 2), ενώ η μεγαλύτερη αύξηση της απασχόλησης κατά την περίοδο 2008–2025 καταγράφηκε στους κλάδους της δημόσιας διοίκησης, της εκπαίδευσης και των υπηρεσιών υγείας (+2,19%).

Παρά ταύτα, το 2025 διατηρήθηκε μια σχετική ισορροπία μεταξύ της γεωργίας και της μεταποίησης (27,6% της συνολικής απασχόλησης) αφενός και της δημόσιας διοίκησης, της εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης (25,5%) αφετέρου. Συνολικά, η κλαδική διάρθρωση της οικονομίας της Θεσσαλίας μπορεί να θεωρηθεί σχετικά ισορροπημένη, συγκριτικά με άλλες περιφέρειες της χώρας, οι οποίες εμφανίζονται ευάλωτες σε διάφορες μορφές κρίσεων, όπως οι υγειονομικές, οι οικονομικές ή οι γεωπολιτικές.

Επομένως, η γεωργία και η μεταποίηση εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικούς πυλώνες της παραγωγικής βάσης της Θεσσαλίας, καθιστώντας σημαντική την εξέταση των επιπτώσεων που είχαν οι κακοκαιρίες Daniel και Elias στους δύο αυτούς κλάδους. Εξετάζοντας προσεκτικά τις μεταβολές στη γεωργία, αποκαλύπτεται ότι το 2025 η απασχόληση ξεπέρασε ελαφρώς τους 40.000 (απόρροια της απότομης αύξησής τους το 2023), παρότι ο κλάδος ακολούθησε μια μακροπρόθεσμη πτωτική τάση από τις αρχές του 2010 (βλ. Γράφημα 3). Η μεταποίηση ακολούθησε διαφορετική πορεία, παρουσιάζοντας ανάκαμψη από το 2023 (25.248 εργαζόμενοι) έως το 2025 (31.851 εργαζόμενοι). Δεδομένων των ισχυρών συνεργιών μεταξύ των δύο αυτών κλάδων, οι αποκλίνουσες τάσεις τους μετά το 2023 αντανακλούν πιθανές διαταραχές στην αγροτο-διατροφική οικονομία της Θεσσαλίας, οι οποίες σχετίζονται με τη μείωση της μεταποιητικής δραστηριότητας και την (προσωρινή) απώλεια παραγωγικής ικανότητας που υπέστησαν πολλές επιχειρήσεις μετά τις κακοκαιρίες.

Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν συγκριθούν με τις εκτιμήσεις που είχαμε διατυπώσει τρία χρόνια μετά τις δύο καταστροφικές πλημμύρες. Συγκεκριμένα, στα τέλη του 2023 παρουσιάσαμε τρία εναλλακτικά σενάρια πρόβλεψης, σύμφωνα με τα οποία οι απώλειες θέσεων εργασίας στους δύο κλάδους έως το 2025 θα κυμαίνονταν από 5.900 έως 17.700. Οι προβλέψεις θεώρησαν τη γεωργία ως βασικό αναπτυξιακό μοχλό της περιφερειακής οικονομίας, επηρεάζοντας θετικά την απασχόληση στη μεταποίηση κατά τις περιόδους ανάπτυξης και αρνητικά κατά τις περιόδους ύφεσης. Έπειτα από τρία χρόνια και μετά την εφαρμογή μιας σειράς μέτρων στήριξης από το Υπουργείο Εργασίας2 , το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης3 και από άλλους μηχανισμούς, οι επιπτώσεις των πλημμυρών εξακολουθούν να είναι εμφανείς στη γεωργική παραγωγή, στις εγκαταστάσεις της μεταποίησης, αλλά και στην ευρύτερη περιφερειακή απασχόληση, με την συνολική απασχόληση στους δύο κλάδους για το 2025 να παραμένει σε χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα του 2023, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα.

Η σύγκριση των προβλέψεων με τα πραγματικά δεδομένα δείχνει ότι οι επιπτώσεις των πλημμυρών δεν εξελίχθηκαν ομοιόμορφα στους δύο κλάδους, επιβεβαιώνοντας μερικώς τις εκτιμήσεις μας. Με μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτεται ότι οι απώλειες στη γεωργία (κατά 10.300 εργαζομένους) προσέγγισαν σε μεγάλο βαθμό το δυσμενές σενάριο που είχαμε παρουσιάσει στο δελτίο προβλέψεων μας (βλ. Πίνακα 1). Αντίθετα, η μεταποίηση ανέκαμψε γρήγορα καταγράφοντας τελικά αύξηση κατά 6.600 εργαζομένους.

Τα αποτελέσματα αυτά οδηγούν σε δύο βασικά συμπεράσματα: Πρώτον, η έκταση των καταστροφών και οι αδυναμίες εφαρμογής των μέτρων στήριξης επηρέασαν σημαντικά και με τον πλέον δυσμενή τρόπο τη γεωργική παραγωγή και τις οικονομίες κλίμακας που είχαν αναπτυχθεί γύρω από αυτήν, όπως αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην περίπτωση της Λάρισας4 . Δεύτερον, η μεταποίηση της Θεσσαλίας επέδειξε έναν προσαρμοστικό τύπο ανθεκτικότητας και ανάκαμψης μετά το 2023, κάτι που πιθανά οφείλεται στη χρήση εισαγόμενων πρώτων υλών και εισροών αντί των τοπικών και στην ύπαρξη μεταποιητικών εγκαταστάσεων που δεν συνδέονται άμεσα με την αγροτο-διατροφική αλυσίδα και, επομένως, δεν επηρεάζεται από αυτήν. Κατά τη μεταπλημμυρική περίοδο αναδείχθηκαν και πρόσθετες προκλήσεις, καθώς σύμφωνα με σχετικές αναφορές5 , ορισμένοι δικαιούχοι κρατικών προγραμμάτων αποζημίωσης κλήθηκαν να επιστρέψουν την οικονομική ενίσχυση που είχαν λάβει, καθώς δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσουν επαρκώς τις απώλειες και τις ζημιές τους.

Την ίδια στιγμή, πολλοί παραγωγοί ανέμεναν πρόσθετες ενισχύσεις μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι οποίες, ωστόσο, λόγω προβλημάτων, αδιαφάνειας και καθυστερήσεων στη διαχείριση των σχετικών πόρων, δεν καταβλήθηκαν στον αναμενόμενο βαθμό. Παράλληλα, το αυξανόμενο κόστος παραγωγής, οι χαμηλές τιμές των προϊόντων και οι καθυστερήσεις στην εκταμίευση ευρωπαϊκών πόρων επιβάρυναν περαιτέρω τους αγρότες, όπως αναδείχθηκε από τις πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις6 . Συνολικά, καθίσταται σαφές ότι μια φυσική καταστροφή, όταν συνδυάζεται με ανεπαρκείς ή καθυστερημένες παρεμβάσεις πολιτικής, μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ τις άμεσες υλικές και οικονομικές ζημιές.7 Τα παραπάνω ευρήματα και η επιβεβαίωση μέρους των προβλέψεων μας αναδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη υιοθέτησης πολιτικών που θα διασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη ανάκαμψη της Θεσσαλίας και τη βιωσιμότητα των βασικών παραγωγικών της τομέων.

Η ανθεκτικότητα της αγροτο-διατροφικής οικονομίας που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια, βασιζόμενη σε μεγάλο βαθμό στη χρήση εισαγόμενων εισροών, δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο μιας διατηρήσιμης αναπτυξιακής πορείας. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ταχεία και αποτελεσματική καταβολή αποζημιώσεων και ενισχύσεων, σε συνδυασμό με επενδύσεις σε γεωργικές και μεταποιητικές υποδομές, που θα καθίσταται ανθεκτικές στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Παράλληλα, απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις για την προσέλκυση και διατήρηση εργαζομένων στους δύο κλάδους, μέσω της δημιουργίας σταθερών θέσεων εργασίας, της βελτίωσης των συνθηκών απασχόλησης και της στήριξης της επιχειρηματικής ανάπτυξης. Τέλος, η ενίσχυση των διασυνδέσεων μεταξύ πρωτογενούς παραγωγής και τοπικής μεταποίησης μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της απασχόλησης, στην αύξηση της παραγωγικότητας, και κατά συνέπεια στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της περιφερειακής οικονομίας απέναντι σε διαδοχικές και πολύμορφες κρίσεις.

 

 

e-max.it: your social media marketing partner

 

 

 

  

 https://www.bookmaniashop.gr/

 

 

 

  

   

 

 

 

 

!-- Go to www.addthis.com/dashboard to customize your tools -->