Γράφει ο Σωτήρης Παπαγεωργίου
Η ενεργειακή κρίση που ξέσπασε μετά το 2021 αποκάλυψε τις αδυναμίες και αστοχίες του ευρωπαϊκού χρηματιστηρίου ενέργειας. Στην Ελλάδα, ωστόσο, το πρόβλημα έγινε εντονότερο λόγω απουσίας ουσιαστικών κυβερνητικών παρεμβάσεων με αποτέλεσμα η μεγάλη εξάρτηση από το φυσικό αέριο και οι αλυσιδωτές αυξήσεις στις διεθνείς τιμές να μεταφερθούν σε πολλαπλάσιο βαθμό στους λογαριασμούς των καταναλωτών.
Η ακρίβεια στο ηλεκτρικό ρεύμα που μαστίζει την χώρα μας έχει πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί μια προσωρινή συνέπεια της διεθνούς ενεργειακής κρίσης. Ο λογαριασμός του ρεύματος έχει μετατραπεί σε μόνιμη πηγή άγχους για χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά, επηρεάζοντας πλέον σημαντικά την καθημερινότητα τους. Με βάση τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ και της Eurostat, για την διετία 2024-2025, η Ελλάδα ήταν στην 1η θέση στην ακρίβεια του ηλεκτρικού ρεύματος στην λιανική αγορά αναλογικά προς την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Παρά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις και τις κατά καιρούς επιδοτήσεις, η αίσθηση που επικρατεί στην κοινωνία είναι ότι το ηλεκτρικό ρεύμα στην Ελλάδα παραμένει ακριβό σε σχέση με το μέσο εισόδημα, και αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι η κυβέρνηση αρνήθηκε πεισματικά να εφαρμόσει το πλαφόν στην λιανική τιμή της κιλοβατόρας, ώστε να υποχρεωθούν οι ηλεκτροπαραγωγοί να επωμιστούν αυτοί το βάροςό,τι δηλαδή έχουν εφαρμόσει ακριβώς τα περισσότερα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει η κιλοβατώρα στην Ελλάδα ως απόλυτη τιμή, αλλά πόσο δύσκολα μπορεί να την πληρώσει ο μέσος εργαζόμενος ή συνταξιούχος δεδομένων των εισοδημάτων του. Δηλαδή η αναλογία της τιμής της κιλοβατώρας προς την αγοραστική δύναμη του Έλληνα. Μπορεί μια χώρα με τους χαμηλότερους μισθούς στην ευρωζώνη να αντέξει τόσο υψηλό ενεργειακό κόστος;
Τα τελευταία χρόνια οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα παράδοξο: ενώ η χώρα παρουσιάζει σημαντική αύξηση στην παραγωγή «πράσινης» ενέργειας, οι λογαριασμοί παραμένουν υψηλοί και συχνά απρόβλεπτοι. Η πολυπλοκότητα των τιμολογίων προκαλεί σύγχυση στους πολίτες. Οι διαφορετικές χρεώσεις, οι ρήτρες, τα κυμαινόμενα τιμολόγια και οι συνεχείς αλλαγές στους όρους δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τον καταναλωτή να γνωρίζει τι πραγματικά πληρώνει. Για πολλούς η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθεί να μοιάζει με «λαβύρινθο».Η ενεργειακή φτώχεια δεν είναι πλέον ένας τεχνικός όρος των ειδικών, αλλά μια πραγματικότητα που βιώνουν χιλιάδες οικογένειες, ιδιαίτερα στην περιφέρεια.
Η λύση δεν μπορεί να βασιστεί σε voucher. Απαιτείται σταθερό πλαίσιο στην αγορά ενέργειας, ενίσχυση των ηλεκτρικών δικτύων για την καλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ - και από μικρούς επενδυτές,- αλλά και ουσιαστική προστασία των καταναλωτών από ακραίες διακυμάνσεις τιμών. Το ΠΑΣΟΚ από την πρώτη στιγμή της ενεργειακής κρίσης πρότεινε συγκεκριμένες και ρεαλιστικές λύσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος, πέραν της επιβολής πλαφόν στην λιανική και μάλιστα κλιμακωτού και όχι οριζόντιου, ώστε να επωφεληθούν οι περισσότερο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως την προώθηση των μικρών και μεσαίων προγραμμάτων εγκατάστασης ΑΠΕ με κίνητρα και φοροελαφρύνσεις, δηλαδή την εγκατάσταση οικιακών φωτοβολταϊκών στις στέγες των σπιτιών, την δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων αποκλειστικά για αγρότες και κτηνοτρόφους, ώστε να μειωθεί σημαντικά το κόστος παραγωγής τους μέσω αυτονομίας και εξοικονόμησης πόρων. Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ ζήτησε επισταμένως την φορολόγηση των υπερκερδών όχι μόνο των εταιρειών παραγωγής ενέργειας αλλά και των εταιρειών διύλισης, εμπορίας και μεταφοράς ορυκτών καυσίμων, με αντίστοιχη μετακύλιση των εσόδων αυτών προς το κοινωνικό σύνολο.
Το ζήτημα του ηλεκτρικού ρεύματος δεν αφορά πλέον μόνο την οικονομία ή την ενέργεια, αφορά την ποιότητα ζωής και την επιβίωση του πολίτη. Εάν δεν σταματήσει επιτέλους η μετατροπή των κοινωνικών αγαθών σε κερδοσκοπικό προϊόν, τότε δεν θα μπορέσει ποτέ να σταματήσει η φτωχοποίηση της κοινωνίας μας.
Δρ. Παπαγεωργίου Σωτήρης,
Διδάσκων Παν/ίου Θεσσαλίας
Γραμματέας Δικτύου Επιστημόνων και μέλος της Κεντρικής Πολ. Επιτροπής ΠΑΣΟΚ